Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2008

Γεωλογικές ζώνες της Ελλάδας

Γεωλογικά η Ελλάδα χωρίζεται στις παρακάτω ζώνες (από ανατολή προς δύση) :

Μάζα της Ροδόπης----------------Rh
Σερβομακεδονική Μάζα-----------Sm
Περιροδοπική ζώνη----------------CR
Ζώνη Αξιού----------------------- (Pe ζώνη παιονίας, Pa ζώνη πάικου, Αl ζώνη αλμωπίας)
Πελαγονική ζώνη------------------Pl
Αττικοκυκλαδική ζώνη------------Ac
Υποπελαγονική ζώνη--------------Sp
Ζώνη Παρνασσού-Γκιώνας--------Pk
Ζώνη Ωλονού-Πίνδου--------------P
Ζώνη Γαβρόβου-Τρίπολης---------G
Αδριατικοιόνιος ζώνη--------------I
Ζώνη Παξών ή Προαπουλία--------Px

Κατά Δ.Μουντράκη et al. 1983

Παρακάτω θα γίνει πολύ περιληπτική αναφορά στα βασικά γνωρίσματα κάθε ζώνης. Για αρχή ξεκινάμε με την μάζα της Ροδόπης και την Σερβομακεδονική μάζα καθώς και την Περιροδοπική ζώνη.

Γεωλογική κλίμακα χρόνου

Η μάζα της Ροδόπης είναι η περιοχή από τον Έβρο έως και την ανατολική όχθη του Στρυμώνα ενώ η Σερβομακεδονική μάζα είναι η περιοχή μεταξύ της δυτικής όχθης του Στρυμώνα και της Περιροδοπικής ζώνης. Η μάζα της Ροδόπης και η Σερβομακεδονική μάζα αποτελούν την ελληνική ενδοχώρα. Κατά ένα μεγάλο μέρος τους αποτελούσαν ρηχές θάλασσες κατά την διάρκεια του Μεσοζωικού αιώνα (Μέσο Τριαδικό-Κάτω Ιουρασικό). Ωστόσο ένα μεγάλο τμήμα, ιδίως της μάζας της ροδόπης ήταν χέρσος. Γενικά πάντως και σύμφωνα με τις απόψεις της νέας παγκόσμιας τεκτονικής, τόσο η ροδόπη όσο και η σερβομακεδονική μάζα θεωρούνται ηπειρωτικές μάζες και τμήματα της Λαυρασίας. Ως προς την λιθοστρωματογραφία και στις δύο ζώνες κυριαρχούν τα κρυσταλλοσχιστώδη (μεταμορφωμένα) και πυριγενή πετρώματα. Συγκεκριμένα στη μάζα της ροδόπης συναντάμε γνευσίους, μάρμαρα και μαρμαρυγιακούς σχιστολίθους ενώ στην σερβομακεδονική μάζα μάρμαρα, βιοτιτικούς γνευσίους (κατώτερη-αρχαιότερη σειρά των Κερδυλλίων) καθώς και γνευσίους, μαρμαρυγιακούς σχιστολίθους με λεπτά στρώματα μαρμάρων και μεταγάββρους, μεταδιαβάσες και αμφιβολίτες (ανώτερη και νεότερη σειρά του Βερτίσκου). Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως στην λεγόμενη "σειρά Κερδυλλίων", που περιλαμβάνει σε γενικές γραμμές την παραθαλάσσια περιοχή μεταξύ της δυτικής πλευράς των εκβολών του Στρυμώνα και του Στρατωνίου στην Χαλκιδική, υπάρχουν οι βαθύτεροι και αρχαιότεροι ορίζοντες πετρωμάτων σε όλη την Ελλάδα. Επίσης στις δύο ζώνες απαντούν και πολλοί πυριγενής όγκοι, για παράδειγμα στην μάζα της ροδόπης υπάρχουν ο γρανοδιορίτης Καβάλας-Συμβόλου ή ο πλουτωνίτης Σαμοθράκης και Ελατιάς, και στις δύο περιπτώσεις η ηλικία των πυριγενών όγκων είναι κρητιδική. Επιπλέον συναντάμε τους πλουτωνικούς όγκους του Παγγαίου, Παρανεστίου, Ξάνθης και Βροντούς, η ηλικία όλων αυτών είναι ηωκαινική-ολιγοκαινική (30-25 ΕΧΠ). Τεκτονικά η μάζα της ροδόπης χωρίζεται στην ανώτερη ενότητα Σιδηρόνερου και στην κατώτερη ενότητα του Παγγαίου. Πολύ χονδρικά, η ενότητα Σιδηρόνερου (χωριό στο νομό Δράμας) εφιππεύει (καβαλάει, βρίσκεται πάνω από) την ενότητα του Παγγαίου με διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ. Η επαφή των δύο ζωνών (εφίππευση ροδόπης στην σερβομακεδονική) εντοπίζεται κατά μήκος του ποταμού Στρυμώνα (γραμμή Στρυμώνα), βέβαια δεν είναι ορατή καθώς καλύπτεται από τις νεογενείς και τεταρτογενείς αποθέσεις (ιζήματα ή κοινώς χώματα) της κοιλάδας του Στρυμώνα-Σερρών. Ωστόσο υπάρχουν δύο σημεία στα οποία είναι ορατή η επαφή των δύο ζωνών. Το ένα σημείο βρίσκεται κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, στο όρος Άγγιστρο κόντα στον Προμαχώνα Σερρών και το άλλο σημείο βρίσκεται ανατολικά του Στρυμώνα μεταξύ των χωριών Κάτω Λακοβίκια (Μεσσολακιάς) και Παλαιοκώμη.

Η Περιροδοπική ζώνη είναι μια στενή λωρίδα μεταξύ της Σερβομακεδονικής μάζας και της ζώνης του Αξιού. Έχει διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και πλάτος 10 έως 20 χιλιόμετρα. Ξεκινάει από τα ελληνοσκοπιανά σύνορα, κατευθύνεται προς τη Σιθωνία Χαλκιδικής, στη συνέχεια στρίβει ανατολικά προς την χερσόνησο του Άθω, διασχίζει υποθαλάσσια την βόρεια άκρη του Αιγαίου-Θρακικό πέλαγος και επανεμφανίζεται (επιφανειακά) στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης, στον Έβρο. Παλαιογεωγραφικά η περιροδοπική ζώνη είχε τον ρόλο της ηπειρωτικής κατωφέρειας της ελληνικής ενδοχώρας (μάζα ροδόπης+σερβομακεδονική μάζα), που έζωνε γύρω γύρω την ροδόπη-σερβομακεδονική εξού και τομ πέρι-. Μέ πιο άπλά λόγια η περιδοδοπική ήταν ένας υποθαλλάσιος γκρεμός-απότομη αύξηση του βάθους εκεί που τελείωνε η ρηχή θάλασσα-υφαλοκρηπίδα της μάζας της ροδόπης+σερβομακεδονικής. Πολύ γενικά η ζώνη ως προς την λιθολογία της είναι χωρισμένη σε τρεις ενότητες από τα ανατολικά προς τα δυτικά, Ντεβέ Κοράν (Καμήλα)-Δουμπιά, Μελισοχώρι-Χολομώντας και Άσπρη Βρύση-Χορτιάτης. Σε αυτές τις ενότητες συναντάμε μετακλαστικά ιζήματα, ηφαιστειοιζηματογενή ιζήματα, μεταμορφωμένα και ημιμεταμορφωμένα πετρώματα, όπως χαλαζιακούς σχιστολίθους, ασβεστιτικούς σχιστολίθους, ιζήματα βαθιάς θάλασσας όπως κερατόλιθους, αργιλικούς και μαύρους γραφιτικούς φυλλίτες κ.α. Επίσης γενικά όλα τα πετρώματα της περιροδοπικής είναι ελαφρά μεταμορφωμένα σε συνθήκες πρασινοσχιστολιθικής φάσης. Η μεταμόρφωση έγινε μεταξύ ανωτέρου ιουρασικού (τέλος δηλαδή ιουρασικού) και κάτω κρητιδικού (αρχές δηλαδή κρητιδικού). Τέλος τεκτονικά, στην επαφή της περιροδοπικής ζώνης και της σερβομακεδονικής μάζας τόσο οι σχηματισμοί της περιροδοπικής όσο και τα μεταμορφωμένα πετρώματα της σερβομακεδονικής είναι ανεστραμμένα.

H ζώνη Αξιού έχει διεύθυνση ΒΒΔ-ΝΝΑ. Ξεκινάει από την περιοχή των Σκοπίων, διασχίζει τονν Θερμαικό κόλπο και τα νησιά των Βορείων Σποράδων και στη συνέχεια στρέφεται ανατολικά προς την Μ.Ασία. Βασικό γνώρισμα της ζώνης Αξιού είναι οι οφειόλιθοι που υπάρχουν σε αυτή καθώς η συγκεκριμένη ζώνη αποτελεί την εσωτερική οφειολιθική λωρίδα του ελληνικού χώρου (IRO). Πάνω σε αυτό στηρίχτηκε η άποψη πως η ζώνη Αξιού αποτέλεσε τμήμα του ωκεανού της Τηθύος στον ελληνικό χώρο. Φυσικά μάζι με τους οφειολίθους συναντάμε και τα συνοδά ιζήματα βαθειάς θάλασσας (μεσοζωικό). H ζώνη Αξιού χωρίζεται σε τρεις ενότητες, απο ανατολικά προς τα δυτικά: ενότητα Παιονίας, ενότητα Πάικου και ενότητα Αλμωπίας. Παλαιογεωγραφικά η ενότητα του Πάικου ήταν ένα ύβωμα μεταξύ των αυλάκων-βαθιών θαλασσών της ενότητας Παιονίας και της ενότητας Αλμωπίας. Το βασικό κριτήριο (όχι βέβαια το μοναδικό) για αυτήν την διάκριση είναι η ύπαρξη μιας παχιάς νηριτικής ασβεστολιθικής σειράς στην ενότητα Πάικου εν εντιθέση με τα αργιλικά-κερατολικά ιζήματα (ιζηματογένεση βαθιάς θάλασσας) που απαντούν στις ενότητες Παιονίας και Αλμωπίας. Πάρα πολύ συνοπτικά στην ενότητα Παιονίας συναντούμε διάφορα πετρώματα όπως σχιστολίθους, πηλίτες, ψαμμίτες, δολερίτες, ασβεστολίθους, μάρμαρα, κροκαλοπαγή κ.α. Επίσης τεκοντικά η ενότητα Παιονίας χαρακτηρίζεται από λεπιοειδή (λέπια) τεκτονική του τριτογενούς. Μάλιστα τα δεν είναι όλα τα λέπια εμφανή καθώς πολλά από αυτά καλύπτονται από τεταρτογενή ιζήματα. Η ενότητα Πάικου γενικά χαρακτηρίζεται από μεταμορφωμένα πετρώματα και ρήγματα με διευθύνσεις ΒΔ και ΒΑ. Τέλος η ζώνη Αλμωπίας απαρτίζεται από οφειολίθους+ιζήματα βαθειάς θάλασσας, από ανωκρητιδικά επικλυσιγενή ιζήματα καθώς και από μεταμορφωμένα προ-οφειολιθικά πετρώματα. Η επαφή της ζώνης της Αλμωπίας με αυτήν του Πάικου είναι τεκτονική με ανάστροφα ρήγματα ΒΔ-ΝΑ διεύθυνσης, και επίσης εφιππεύει (η ζώνη Αλμωπίας) προς τα δυτικά την Πελαγονική ζώνη.

H Πελαγονική ζώνη έχει διεύθυνση ΒΒΔ-ΝΝΑ. Στον ελληνικό χώρο ξεκινάει από το όρος Βόρας, μετά πάει στο Βίτσι (Καιμάκτσαλαν), στις Σποράδες και πιθανόν στη συνέχεια να κατευθύνεται προς τις Οινούσες (βόρεια της Χίου) και μετά στην βόρεια Μ.Ασία. Παλαιογεωγραφικά η Πελαγονική ζώνη ήταν ένα ύβωμα που χώριζε την αύλακα της Αλμωπίας από την αύλακα της Πίνδου. Στην Πελαγονική ζώνη συναντάμε νηρητική ιζηματογένεση του Μεσοζωικού. Σύμφωνα με τις νεότερες απόψεις η Πελαγονική ζώνη αποτελούσε τμήμα ενός ηπειρωτικού τέμαχους, της Κιμμερικής ηπείρου η οποία αποσπάστηκε από την Γκοντβάνα. Η Πελαγονική ήταν ένα ύβωμα μεταξύ του ωκεανού της Παλαιο-Τηθύος (ζώνη Αξιού για τον ελληνικό χώρο) και του ωκεανού της Νέο-Τηθύος (Υποπελαγονική-ζώνη Πίνδου). Ως προς την λιθολογία από κάτω προς τα πάνω συναντάμε: μεταμορφωμένο υπόβαθρο, γνευσιωμένους γρανίτες Άνω λιθανθρακοφόρου, περμοτραιδικές μετακλάστικές ακολουθίες, ανθρακικά καλύμματα τριαδικού-ιουρασικού, οφειολίθους και συνοδά ιζήματα. επικλυσιγενή ιζήματα μέσω-άνω κρητιδικού. Επίσης στην Πελαγονική ζώνη σημειώθηκε μια μεταμόρφωση πρασινοσχιστολιθικής φάσης που μεταμόρφωσε το κρυσταλλοσχιστώδες υπόβαθρο (παλαιοζωικό) καθώς και μια μεταμόρφωση χαμηλής πρασινοσχιστολιθικής φάσης που μεταμόρφωσε τους γνευσιωμένους γρανίτες Άνω λιθανθρακοφόρου, τις περμοτραιδικές μετακλάστικές ακολουθίες, και τα τριαδικοιουρασικά ιζήματα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Πελαγονικής ζώνης είναι και το λεγόμενο τεκτονικό παράθυρο του Ολύμπου. Τεκτονικό παράθυρο στην γεωλογία ονομάζουμε τα πετρώματα μια γεωλογικής ζώνης τα οποία βρίσκονται κάτω από τα πετρώματα μιας άλλης γεωλογικής ζώνης αλλά έρχονται στην επιφάνεια μέσα από την υπερκείμενη ζώνη με τη βοήθεια κάποιων ρηγμάτων ή λόγω αποσάθρωσης. O Όλυμπος λοιπόν ο οποίος αποτελεί μια συνεχή ανθρακική σειρά ιζηματογενή σειρά τριαδικού-ιουρασικού ξεπροβάλλει μέσα από την Πελαγονική ζώνη και φυσικά περιβάλλεται από τα πετρώματα αυτής.

Η Αττικοκυκλαδική ζώνη περιλαμβάνει ορισμένα νησιά των Κυκλάδων, τμήμα της Αττικής και της νότιας Εύβοιας. Η Αττικοκυκλαδική ζώνη δεν αποτελεί την συνέχεια προς νότο της Πελαγονικής ζώνης καθώς πρόκειτε για μια ζώνη ετερογενούς σύστασης. Η Αττικοκυκλαδική ζώνη χωρίζεται σε ορισμένες ενότητες που είναι: ενότητα Αττικής, ενότητα Βορείων Κυκλάδων και ενότητα Νοτίων Κυκλάδων. Γενικά οι τρεις ενότητες ως προς την λιθολογία αποτελούνται από μάρμαρα-δολομίτες τριαδικού ιουρασικού, βασικά-υπερβασικά μεταμορφωμένα πετρώματα, φλύσχη, σχιστολίθους, κλαστικά ιζήματα κ.α. Επίσης στην Αττικοκυκλαδική ζώνη συνέβησαν δύο φάσεις μεταμόρφωσης, μία πρασινοσχιστολιθικής-αμφιβολιτικής (χαμηλή πίεση-υψηλή θερμοκρασία) φάσης (παλαιοζωικό) που επηρρέασε τα μεταμορφωμένα πετρώματα των νοτίων κυκλάδων καθώς και μια μεταμόρφωση γλαυκοφανιτικής φάσης (υψηλή πίεση-χαμηλή θερμοκρασία) στο ηώκαινο που επηρρέασε τα πετρώματα των βορείων αλλά και των νοτίων κυκλάδων.

Άνδρος

Η Υποπελαγονική ζώνη βρίσκεται δυτικά της Πελαγονικής. Έχει διεύθυσν ΒΔ-ΝΑ. Ξεκινάει από την Αλβανία, μετά πάει προς την δυτική Θεσσαλία, ανατολική Στερεά Ελλάδα, Σαλαμίνα, Ύδρα, ανατολική Πελοππόνησο, Κω και Μ.Ασία. Ως προς τον παλαιογεωγραφικό της ρόλο η Υποπελαγονική ζώνη θεωρείται πως είναι η κατωφέρεια της Πελαγονικής λόγω της ύπαρξης των οφειολίθων (στην Υποπελαγονική). Ως προς την λιθολογία στην Υποπελαγονική ζώνη διακρίνουμε γένικά προαλπικά, αλπικά και μεταλπικά στρώματα. Το προαλπικό υπόβαθρο της ζώνης αποτελείται από ιζηματογενή και ημιμεταμορφωμένα στρώματα του παλαιοζωικού μαζί με απολιθώματα. Τα αλπικά στρώματα περιλαμβάνουν τριαδικά ιζήματα, σχιστοκερατόλιθους και οφειόλιθους, ασβεστόλιθους του ιουρασικού και ιζήματα μέσω-ανω κρητιδικής επίκλυσης. Τα μεταλπικά στρώματα περιλαμβάνουν μολασσικά ιζήματα τα οποία τα συναντάμε στην λεγόμενη "Μεσοελληνική Αύλακα" η οποία λειτούργησε κατά το ολιγόκαινο με μέσο μειόκαινο.

***Ενότητα Βοιωτίας

Πρόκειται για μια ιδιαίτερη περίπτωση περιοχής ως προς την γεωλογία της. Σύμφωνα με τις επικρατούσες σημερινές απόψεις δεν θεωρείται ανεξάρτητη ζώνη αλλά ενότητα σχηματισμών. Γεωγραφικά βρίσκεται στο όριο μεταξύ των εσωτερικών και των εξωτερικών ελληνίδων. Με βάση την παλαιογεωγραφική της εξέλιξη φαίνεται μάλλον να ανήκει στις εσωτερικές ελληνίδες και πιθανότατα να πρόκειται για μια ελαφρώς διαφοροποιημένη ενότητα της Υποπελαγονικής ζώνης. Ως προς τη λιθολογία από κάτω προς τα πάνω υπάρχεουν νηριτικοί ασβεστόλιθοι - δολομίτες Τριαδικού - Μ.Ιουρασικού, ραδιολαριτικοί κερατόλιθοι Μ-Α. Ιουρασικού, φλύσχης Κ - Α.Κρητιδικό. Ο σημαντικότερος σχηματισμός είναι ο φλύσχης καθώς έχει ορισμένα ειδικά χαρακτηριστικά τα οποία διαφοροποιούν τη συγκεκριμένη περιοχή από γειτονικές με παρόμοιους σχηματισμούς ανάλογης ηλικίας και την συγκροτούν σε ιδιαίτερη ενότητα.


Η ζώνη Παρνασσού - Γκιώνας παλαιογεωγραφικά έπαιζε το ρόλο του υβώματος το οποίο παρεμβαλλόταν μεταξύ της ηπειρωτικής κατωφέρειας της Υποπελαγονικής ζώνης και της αύλακας Πίνδου. Η ζώνη εντοπίζεται στην Στερεά Ελλάδα στις περιοχές του Παρνασσού και της Γκιώνας, ενώ προς τα βόρεια, στην Θεσσαλία και στην Μακεδονία εξαφανίζεται διότι πιθανότα καλύπτεται απο τα καλύμματα των εσωτερικών Ελληνίδων (Υποπελαγονική κτλ) τα οποία είναι επωθημένα προς δυσμάς. Ως προς τη λιθολογία συναντάμε τους παρακάτω σχηματισμούς από κάτω προς τα πάνω: παχυστρωματώδης τεφρός ασβεστόλιθος Α.Τριαδικού, σκούρος ασβεστόλιθος Κ.Ιουρασικού, ωολιθικοί ασβεστόλιθοι Α.Ιουρασικού. Από εκεί και πέρα ακολουθούν οι βωξιτικοί ορίζοντες που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζώνης.

1ος βωξιτικός ορίζοντας που είναι φυσικά ο κατώτερος. Καλύπτεται από σκοτεινόχρωμος ασβεστόλιθους του Α.Ιουρασικού.

2ος βωξιτικός ορίζοντας (μεσαίος) που καλύπτεται από ασβεστόλιθους ("ενδιάμεσοι ασβεστόλιθοι") Α.Ιουρασικού - Μ.Κρητιδικού.

3ος βωξιτικός ορίζοντας (ανώτερος) που καλύπτεται ο μαύρους ασβεστόλιθους, με ρουδιστές, ηλικίας Μ.Κρητιδικού.

Ακολουθούν λευκοί - κοκκινοπράσινοι κονδυλώδεις ασβεστόλιθοι Α.Κρητιδικού και όλα αυτά τα καλύπτει φλύσχης ηλικίας Παλαιοκαίνου - Μ.Ηωκαίνου. Το συνολικό πάχος της ανθρακικής σειράς ανέρχεται περίπου σε 1800 μέτρα.

Οι τρεις βωξιτικοί ορίζοντες αυτομάτως υποδηλώνουν πως η περιόχη, όντας θάλασσα, πέρασε από τρεις διαδοχικές φάσεις χέρσευσης κατά τις οποίες προφανώς διακόπηκε η ιζηματογένεση. Άρα η περιοχή θα υπέστει και τρεις ορογενέσεις οι οποίες κατά τους επιστήμονες τοποθετούνται οι δύο πρώτες μέσα στο Α.Ιουρασικό και η τρίτη στο Μ.Κρητιδικό.

Η ζώνη Ωλονού - Πίνδου ξεκινάει από τα σύνορα με την Αλβανία, κατευθύνεται στην οροσειρά της Πίνδου, στα όρη Άγραφα, Αιτωλικό, Βαρδούσια και στη συνέχεια στην Πελοπόννησο στα όρη Παναχαικό και Ωλονό. Εμφανίσεις της ζώνης υπάρχουν στην Κρήτη και Ρόδο. Παλαιογεωφραφικά (μεσοζωικό) η ζώνη Ωλονού - Πίνδου ήταν μια βαθιά αύλακα μεταξύ του υβώματος της Πελαγονικής (ανατολή) και του υβώματος της ζώνης Γαβρόβου - Τρίπολης (δυτικά). Ο Aubouin (1959) τη χώρισε σε τρεις υποζώνες: την ανατολική υποζώνη ή υπερπινδική υποζώνη η οποία συνίσταται από ιζήματα μεταβατικού χαρακτήρα μεταξύ της Πίνδου και της Υποπελαγονικής. Η ανατολική υποζώνη συγκροτείται από τις ενότητες Κόζιακα και Θυμιανών. Δεύτερον, η αξονική υποζώνη που με ιζήματα βαθιάς θάλασσας και τρίτον η δυτική υποζώνη ή εξωτερική Πίνδος που είναι μεταβατική προς τη ζώνη Γαβρόβου - Τρίπολης στα δυτικά. Ως προς τη λιθολογία γενικά απαντούν από κάτω προς τα πάνω, δολομίτες - ασβεστόλιθοι Μ. Τριαδικού, πελαγικοί πλακώδεις ασβεστόλιθοι Α.Τριαδικού (σε ορισμένα σημεία συναντάμε ammonitico rosso) με παρεμβολές κερατολίθων, ηφαιστειοιζηματογενών και αργιλοψαμμιτικών υλικών. Ακολουθούν ιζήματα βαθιάς θάλασσας (άργιλλοι, κερατόλιθοι, ραδιολαρίτες κ.α.) καθόλη τη διάρκεια του Ιουρασικού γνωστά και ως σχιστοκερατολιθική διάπλαση με πάχος περί τα 200 μέτρα. Στα ανώτερα της τμήματα η διάπλαση θυμίζει φλύσχη (δηλαδή ρυθμικές εναλλαγές ψαμμιτών, μαργών κτλ) και ονομάστηκε πρώτος φλύσχης της Πίνδου(?). Η ιζηματογένεση συνεχίζεται συνεχίστηκε στο Α.Κρητιδικό, δίχως ασυμφωνίες, με απόθεση πελαγικών ασβεστολίθων. Στο τέλος του Κρητιδικού η ιζηματογένεση έγινε ασβεστομαργαική και έτσι συνεχίστηκε έως το Α.Ηώκαινο - Κ.Ολιγόκαινο (Τριτογενές) με αποτέλεσμα την δημιουργία του λεγόμενου δεύτερου φλύσχη Πίνδου. Πάνω από τον φλύσχη βρίσκονται σε ασυμφωνία μολασσικά ιζήματα της Μεσοελληνικής αύλακας (Ολιγόκαινο).

συνεχίζεται....

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Για γεωλογικές συζητήσεις φίλε μπορείς να μπαίνεις στη σελίδα www.geometeo.motionforum.net και να γίνεις μέλος στο φόρουμ...

Ανώνυμος είπε...

Ωραιο κείμενο φίλε μου, απλά μια μικρή διόρθωση...
Η ενότητες της Σερβομακεδονικής βρίσκονται επωθημένες πάνω από αυτές της Ροδόπης (δυτικό Παγγαίο και ελληνο-βουλγαρικά σύνορα ΒΑ του Σιδηροκάστρου) και όχι το αντίθετο.
Συνέχισε την καλή προσπάθεια!

Ανώνυμος είπε...

Ευαγγέλιο του Βιβλίο του Μουντρακη!

Μαρία είπε...

Πολύ περιεκτικό το άρθρο σας. Δεν είμαι των κλάδων σας, είμαι πολιτικός μηχανικός, και σας παρακαλώ μια διευκρίνηση. Όταν ομιλείτε για "πελαγονικό" τέμαχος εννοείτε μετα-αλπικά τεκτονικά κομμάτια ή είναι της ίδιας δημιουργίας με τις Ελληνίδες;